Οι δυο ποντικίνες

Στην ανάγκη, προσπάθησε μονάχος

Κάποτε, μια φυλή ποντικιών είπε να κάνει ένα μεγάλο ταξίδι για να γνωρίσει τον κόσμο. 

Κι όλοι μαζί ξεκινήσανε και περπατήσαν, περπατήσαν, περπατήσανε, ώσπου μια μέρα με μεγάλη ζέστη, σε τόπο ερημικό, δυο ποντικίνες έμειναν λίγο πίσω κι όταν τις έζωσε η δίψα ξεμάκρυναν λίγο ακόμα, γιατί ένιωσαν πως κάπου εκεί υπήρχε νερό. Πραγματικά, σε λίγο, μπροστά τους, ένα βαθύ πηγάδι. Χωρίς καθόλου να διστάσουνε, βουτήξανε μέσα, ήπιανε, ήπιανε νερό, πλατσουρίσανε, παίξανε κι ύστερα είπανε πως ήτανε καιρός να βγούνε.

Προσπάθησαν να σκαρφαλώσουνε, όμως το πηγάδι ήτανε ψηλό και γλιστερό κι όλο πέφταν και ξαναπέφτανε μέσα στο νερό. Βάλανε τις φωνές και δεν άργησαν τα άλλα τα ποντίκια της φυλής να τις ακούσουνε και ήρθανε να βοηθήσουνε. Όμως, δεν υπήρχε τίποτα σ' εκείνη την ερημιά, κανένα δέντρο, καμιά βλάστηση για να τους ρίξουν έναν μίσχο από κισσό ή ένα μακρύ κλαράκι, να σκαρφαλώσουνε και ν' ανεβούν στην επιφάνεια. Έτσι, μαζεύτηκαν γύρω γύρω από το στόμιο του πηγαδιού, κοιτούσανε από ψηλά τις δυο ποντικίνες που παλεύαν ν' ανεβούνε κι αρχίσανε να λένε μεταξύ τους πως αδύνατο θα είναι να τα καταφέρουνε.

— Ποπό, τι συμφορά σας βρήκε! Θα χαθείτε σίγουρα. Καμιά ελπίδα δεν υπάρχει για να βγείτε απ' το πηγάδι. Το δίχως άλλο θα πνιγείτε. Αλίμονό σας, δύστυχες.

Η μία ποντικίνα δεν άντεξε. Έχασε το κουράγιο της και βούλιαξε στο νερό. Όμως, η άλλη προσπαθούσε και προσπαθούσε και σκαρφάλωνε κι όλο σκαρφάλωνε και τα ποντίκια από πάνω της στοιχημάτιζαν πως δε θα τα βγάλει πέρα, αλλά εκείνη σκαρφάλωνε, σκαρφάλωνε, ώσπου με μια τελευταία προσπάθεια, έδωσε έναν πήδο και βρέθηκε ξεθεωμένη έξω απ' το πηγάδι.

— Μωρέ τι κουράγιο! είπανε τότε οι άλλοι ποντικοί. Ποτέ δε φανταζόμασταν πως θα μπορούσε ποντικός να σκαρφαλώσει ένα τόσο βαθύ και γλιστερό πηγάδι.

Κι η ποντικίνα:

— Αδέρφια μου, πώς να σας ευχαριστήσω! Είμαι κουφή και δεν άκουγα τα λόγια σας, αλλά το 'βλεπα πως μου είχατε εμπιστοσύνη και μου δίνατε κουράγιο για ν' ανεβώ. Χωρίς εσάς θα ήμουνα σίγουρα χαμένη.

Κι οι ποντικοί της είπαν ντροπιασμένοι (φωνάζοντας για να το ακούσει) πως ούτε για μια στιγμή δεν το πιστεύαν πως θα γλίτωνε. Έτσι, ενώ τη συμπονούσαν, δεν την εμψύχωναν. Κατάφερε κι ανέβηκε μονάχα χάρη στο δικό της το κουράγιο.

Η ποντικίνα έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Όταν συνήλθε, έγραψε βαθιά μες στο μυαλό της:

"Έμαθα σήμερα πως μια λέξη μπορεί να σε πνίξει ή να σε βγάλει απ' τα βαθιά του πηγαδιού. Γι' αυτό, ν' ακούς μονάχα εκείνον που σου δίνει ελπίδα. Στην ανάγκη, φαντάσου πως υπάρχει. Να 'σαι πάντα κουφός σε ό,τι σ' απελπίζει, κι αν χρειαστεί, να προσπαθείς πέρα για πέρα μόνος"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δυο πλευρές

  Μέσα μας συνυπάρχουν αντικρουόμενες ανάγκες Ένα μέρος σου θέλει να προχωρήσει. Ένα άλλο σε κρατά πίσω. Ποιο ακούς σήμερα;